Στη μέγκενη των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων


Τ
ο τελευταίο διάστημα με αφορμή την έλλειψη φαρμάκων σε φαρμακεία και δημόσια νοσοκομεία έχει ξεσπάσει καβγάς μεταξύ των ελληνικών φαρμακαποθηκών, των φαρμακοβιομηχανιών, του υπουργείου Υγείας και του ΕΟΦ (Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων), όπου ο ένας μεταθέτει ευθύνες στον άλλον.
Η έλλειψη φαρμάκων δεν αποτελεί καινούριο φαινόμενο. Κατά καιρούς, και πριν την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης επαναλαμβανόταν, είτε γιατί οι φαρμακοβιομήχανοι προτιμούσαν τη διακίνηση φαρμάκων σε χώρες όπου πετύχαιναν μεγαλύτερα κέρδη, είτε γιατί με αυτόν τον τρόπο πίεζαν για αυξήσεις στις τιμές των φαρμάκων. Προκύπτει ως αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθούν οι εταιρείες φαρμάκου οι οποίες επιλέγουν ή όχι την κυκλοφορία των φαρμάκων με βάση τα κέρδη που αυτή θα τους επιφέρει. Βάση του προβλήματος είναι το ότι το φάρμακο παράγεται και διακινείται ως εμπόρευμα, αποτελεί πεδίο κερδοφορίας και έντονων ανταγωνισμών.
Κάθε φορά που εμφανίζεται αυτό το φαινόμενο, όλες οι κυβερνήσεις ανεξαιρέτως παίρνουν μέτρα που εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι όχι μόνο δε λύνουν το πρόβλημα αλλά το ανατροφοδοτούν με αποτέλεσμα να ξαναεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα. Οι επαναλαμβανόμενες ελλείψεις φαρμάκων αποτελούν έναν πρόσθετο παράγοντα, όπου μαζί με τους άλλους (ανασφάλιστοι, χαμηλόμισθοι, φάρμακα που δεν αποζημιώνονται, αύξηση της συμμετοχής των ασθενών στη φαρμακευτική δαπάνη κλπ.), επιδεινώνει τους όρους της φαρμακευτικής περίθαλψης του λαού.
Πρόκειται για πρόβλημα που αφορά συνολικά και ενιαία τα λαϊκά στρώματα και ταυτόχρονα αποτελεί έκφραση των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων στο χώρο του φαρμάκου. Το φάρμακο αποτελεί πεδίο κερδοφόρων επενδύσεων, μία αγορά -όπου ιδιαίτερα τώρα σε φάση καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης- που μαστίζεται από οξύτατους ανταγωνισμούς για τη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου από την «πίτα».

Ο
λοι οι επιχειρηματίες μαζί και ο κάθε ένας χωριστά, υπερασπιζόμενος τα ιδιαίτερα συμφέροντά του, επιχειρηματολογούν και προβάλλουν την επιχειρηματική τους δράση ως «προσφορά προς την εθνική οικονομία», ως «εξασφάλιση δουλειάς στους εργαζόμενους που απασχολούν», ως «προσφορά προς τους ασθενείς». Ισχυρίζονται ότι όσο πιο καλά κινείται η αγορά του φαρμάκου -η οποία ταυτίζεται με τη δική τους επιχειρηματική πρόοδο- τόσο πιο πολύ ωφελούνται οι ασθενείς και οι εργαζόμενοι.
Αυτό υποστηρίζει και η κυβέρνηση με τους μηχανισμούς της (ΕΟΦ), φροντίζοντας για τους όρους και τις προϋποθέσεις «της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς του φαρμάκου».
Το υπουργείο Υγείας ισχυρίζεται ότι οι ελλείψεις φαρμάκων στην ελληνική αγορά οφείλονται στο ότι οι ελληνικές φαρμακαποθήκες διακινούν τα σκευάσματα σε φαρμακαποθήκες άλλων χωρών της ΕΕ. Πρόκειται για μία εμπορική δραστηριότητα που προβλέπεται από την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, οι λεγόμενες «παράλληλες εξαγωγές». Μία φαρμακαποθήκη π.χ. στη Γερμανία αντί να αγοράσει το φάρμακο πιο ακριβά από τη φαρμακοβιομηχανία, το αγοράζει απευθείας από την ελληνική φαρμακαποθήκη σε πιο χαμηλή τιμή. Από αυτήν τη συνδιαλλαγή κερδίζει και η ελληνική φαρμακαποθήκη. Π.χ. παίρνει μερίδιο από τη διαφορά της τιμής, πληρώνεται για το εμπόρευμά της σχετικά πιο σύντομα από ό,τι στην Ελλάδα, όπου η αποπληρωμή τους καθυστερεί ιδιαίτερα τώρα στην οικονομική κρίση. Το 2012 ο τζίρος των φαρμακαποθηκών ήταν 5,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 400 εκατ. ευρώ προήλθαν από «παράλληλες εξαγωγές».

Η
 κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις και να ομαλοποιηθεί η επάρκεια των φαρμάκων στην αγορά απαγορεύει -μέσω του ΕΟΦ- για ένα διάστημα τις «παράλληλες εξαγωγές».
Οι επιχειρηματίες - ιδιοκτήτες φαρμακαποθηκών ισχυρίζονται ότι η έλλειψη των φαρμάκων δεν οφείλεται στις παράλληλες εξαγωγές, αλλά στις ελλιπείς παραδόσεις φαρμάκων από τη φαρμακοβιομηχανία. Είναι γεγονός ότι οι φαρμακοβιομηχανίες εφοδιάζουν με λιγότερα εμπορεύματα την αγορά για να μειώσουν την επισφάλειά τους λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Ορισμένες από αυτές δε, σταματούν τον εφοδιασμό με φάρμακα πιέζοντας για την αποπληρωμή των χρεών του κράτους και του ΕΟΠΥΥ. Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Φαρμακαποθηκάριων αναφέρει ότι οι πολυεθνικές εταιρείες μείωσαν μέχρι και 80% τις ποσότητες φαρμάκων που παραδίδουν. Ισχυρίζονται ότι ενώ η απαγόρευση για την εξαγωγή 35 ειδών φαρμάκων ισχύει ήδη για 4 μήνες, τα συγκεκριμένα φάρμακα εξακολουθούν να βρίσκονται σε έλλειψη. Επιρρίπτουν ευθύνες στον ΕΟΦ για απουσία ελέγχων των φαρμακοβιομηχανιών σχετικά με την τροφοδοσία.
Αναφέρουν επίσης ότι 54 φαρμακοβιομηχανίες -το μερίδιο των οποίων αντιστοιχεί στο 53% της αγοράς φαρμάκου- δεν εφαρμόζουν τη θεσμοθετημένη υποχρεωτική δίμηνη πίστωση προς τις φαρμακαποθήκες. Διατυπώνουν μάλιστα το ερώτημα γιατί δεν εφοδιάζεται η αγορά απευθείας από τη φαρμακοβιομηχανία, υπονοώντας ότι στο πρόβλημα που υπάρχει, η φαρμακοβιομηχανία έχει ευνοϊκή μεταχείριση από την κυβέρνηση και τον ΕΟΦ. Υπονοούν ότι τα φαρμακεία δεν αγοράζουν απευθείας από τις φαρμακοβιομηχανίες λόγω της αδυναμίας των φαρμακοποιών για άμεση εξόφλησή τους, ενώ οι φαρμακαποθήκες δίνουν μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη πίστωση προς τα φαρμακεία, υπονοώντας ότι αυτές είναι πιο φιλικές προς τους φαρμακοποιούς από ό,τι οι φαρμακοβιομήχανοι. Αυτή η δυνατότητα προέρχεται από τη ρευστότητα που τους εξασφαλίζουν οι «παράλληλες εξαγωγές». Επομένως, η παρεμπόδιση των «παράλληλων εξαγωγών» θα επιδράσει μεταξύ άλλων αρνητικά και στις πιστώσεις προς τους φαρμακοποιούς.

Ο
ι επιχειρηματίες - φαρμακαποθηκάριοι, αντιδρούν στην πολιτική της παρεμπόδισης των εξαγωγικών τους δραστηριοτήτων ισχυριζόμενοι ότι κάτι τέτοιο «οδηγεί σε ασφυξία την αγορά» , ότι «η οικονομία της χώρας βοηθιέται από τις εξαγωγές φαρμάκων», ότι αυτές συμβάλλουν «στη συναλλαγματική εισροή και διατήρηση θέσεων εργασίας». Υπάρχουν συνολικά στην Ελλάδα 125 φαρμακαποθήκες, εκ των οποίων οι 25 με συνεταιριστική μορφή και απασχολούν 3.300 εργαζόμενους.
Αναδεικνύονται οι δυσκολίες διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των συνεπειών της. Η κυβέρνηση παίρνει μέτρα που από τη μια εξυπηρετούν και διαμορφώνουν τους όρους για την τόνωση και ανάκαμψη της κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων συνολικά, από την άλλη όμως κάποια από αυτά τα μέτρα δημιουργούν εμπόδια στην κερδοφορία ορισμένων μερίδων του κεφαλαίου, που έρχονται έτσι σε αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και τους μηχανισμούς της.
Για παράδειγμα, η επιβολή συνεχών μειώσεων στις τιμές κάποιων φαρμάκων από το 2009 εντάσσεται στους γενικούς σκοπούς της δημοσιονομικής πολιτικής της κυβέρνησης για παραπέρα μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης στα πλαίσια των συνολικότερων περικοπών στις κρατικές δαπάνες για υπηρεσίες Υγείας και Πρόνοιας. Ταυτόχρονα όμως, αυτό το μέτρο δημιουργεί εμπόδια στην κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων, τα οποία βέβαια αντισταθμίζονται από άλλα φιλομονοπωλιακά μέτρα όπως οι φοροαπαλλαγές.

Π
ριν μερικούς μήνες η κυβέρνηση πήρε απόφαση για υποχρεωτική συνταγογράφηση με βάση τη δραστική ουσία των φαρμάκων και όχι την εμπορική ονομασία τους. Το μέτρο αυτό αποσκοπούσε επίσης στη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης (καθώς το ασφαλιστικό ταμείο αποζημιώνει το φθηνότερο φάρμακο από όσα περιέχουν την ίδια δραστική ουσία). Και τότε είχαν ξεσπάσει αντιδράσεις από τις ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες καθώς αυτό το μέτρο δημιουργούσε εμπόδια στην ανταγωνιστικότητά τους έναντι ξένων μονοπωλίων του κλάδου.
Την ίδια στιγμή, η φαρμακευτική περίθαλψη ασθενών καταγράφει συνεχή τάση επιδείνωσης. Το σύνολο των μέτρων που πάρθηκαν τα τελευταία χρόνια (αρνητική λίστα φαρμάκων, αυξήσεις συμμετοχών, μειώσεις μισθών -συντάξεων, περικοπές κρατικών δαπανών για Υγεία - Φάρμακο) είχαν ως αποτέλεσμα οι ασθενείς να πληρώνουν μεγαλύτερα ποσά για την αγορά φαρμάκων, κάτι που δεν αντιστράφηκε παρά τις μειώσεις τιμών που έγιναν σε ορισμένα φάρμακα.
Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμα κι αν εξασφαλιζόταν η επάρκεια φαρμάκων στην αγορά, υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός ασθενών (άνεργοι, ανασφάλιστοι, χαμηλόμισθοι και χαμηλοσυνταξιούχοι) που δυσκολεύονται ή και αδυνατούν να αγοράσουν φάρμακα. Πολλοί αναγκάζονται να τροποποιήσουν τη φαρμακευτική τους αγωγή, επιλέγοντας φθηνότερο φάρμακο που ενδεχομένως να μην είναι αποτελεσματικό ή ακόμα και να τη διακόψουν.
Αναδεικνύεται ότι σε μία εποχή όπου υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες έρευνας και παραγωγής αποτελεσματικών και ποιοτικών φαρμάκων, ανάπτυξη σύγχρονης φαρμακοβιομηχανίας με πολυάριθμο εξειδικευμένο εργατικό και επιστημονικό δυναμικό, σύγχρονο δίκτυο και μέσα για έγκαιρη και ασφαλή μεταφορά των φαρμάκων παντού, η φαρμακευτική περίθαλψη των ασθενών επιδεινώνεται. Ολο και περισσότεροι δυσκολεύονται ή και αποκλείονται από το ποιοτικό και δωρεάν φάρμακο

Ο
λα όσα εξελίσσονται στο χώρο του φαρμάκου αναδεικνύουν τη βαρβαρότητα, τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας και παραγωγής. Στενεύουν όλο και πιο πολύ τα περιθώρια απόσπασης κάποιων παροχών, όπως γινόταν τις προηγούμενες δεκαετίες. Τα μέτρα που ήδη πάρθηκαν και άλλα που σχεδιάζονται δεν είναι προσωρινά, έχουν μόνιμο χαρακτήρα. Αποτελούν μονόδρομο για το κεφάλαιο, εντάσσονται στη στρατηγική εξόδου από την καπιταλιστική κρίση προς όφελός του.
Επιταχύνεται η διαδικασία συγκέντρωσης και στον κλάδο του φαρμάκου, σε όλους τους τομείς του: στην παραγωγή (φαρμακοβιομηχανία), στο χοντρικό εμπόριο (φαρμακαποθήκες), στο λιανικό εμπόριο (φαρμακεία). Η διέξοδος από την κρίση απαιτεί και καταστροφή ενός μέρους των επιχειρηματιών του κλάδου, απολύσεις ενός μέρους των εργαζομένων, καταστροφή ενός μέρους των αυτοαπασχολούμενων φαρμακοποιών, συγκέντρωση του λιανικού εμπορίου σε αλυσίδες φαρμακείων, ακόμα και σε μαγαζιά γενικού εμπορίου. Στα πλαίσια αυτά, εκδηλώνονται με ιδιαίτερη οξύτητα οι ανταγωνισμοί και οι αντιθέσεις των μονοπωλίων για τον έλεγχο της φαρμακευτικής αγοράς.
Από αυτόν τον «πόλεμο» δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν οι εργαζόμενοι και τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Οποιο τμήμα του κεφαλαίου κι αν κερδίσει, η όποια ανάπτυξη ακολουθήσει θα γίνει πάνω στα αποκαΐδια των δικαιωμάτων των εργαζομένων και του λαού.

Χριστίνα ΜΑΤΣΙΑΚΑ
Συνεργάτρια του Τμήματος Υγείας - Πρόνοιας της ΚΕ του ΚΚΕ

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις